Άσπρο – Μαύρο

Ξύπνησα ένα πρωί κι όλος ο κόσμος ήταν βαμμένος μονάχα με δύο χρώματα. Ήταν όλα άσπρα και μαύρα. Αυστηρά μόνο δύο χρώματα έβλεπαν τα μάτια μου. Ήταν λες και ήμουν ηρωίδα σε κάποιο κόμικ, χωρίς φτερά, χωρίς μπέρτα… Χωρίς καμία ιδιαιτερότητα, περπατούσα χωρίς να έχω προορισμό, έντονος βηματισμός για να προλάβω το τίποτα.

Περνούσα χωρίς να κοιτάζω, ούτε τα κτίρια, ούτε τα δέντρα… μήτε και τους ανθρώπους. Άλλωστε έτσι που ήμασταν όλοι άσπροι ή μαύροι δεν είχε και γούστο να κοιτάζω κάτι. Ίσως περπατούσα γρήγορα για να ξεφύγω και από όλα αυτά. Ίσως δεν ήθελα άλλο άσπρο ή μαύρο… Έψαχνα ίσως ένα άλλο χρώμα… Μάταια ωστόσο, κάποιος πεισματάρης ζωγράφος τα πέρασε όλα με το πινέλο του με δύο μονάχα χρώματα….

Κι όμως μια ανάμνηση μακρινή είχε σχεδόν ξεθωριάσει στις αναμνήσεις μου, μα κάποτε όλα αυτά είχαν άλλο χρώμα. Ο ουρανός καταγάλανος με λίγα η πολλά σύννεφα και άλλες φορές γκρι. Τα δέντρα πράσινα ή καφέ ή κίτρινα από τη ζέστη. Τα σπίτια είχαν σκεπές, οι άνθρωποι γελούσαν κάποιοι πιο αισιόδοξοι τραγουδούσαν και έκρυβαν μέσα στις φάλτσες νότες τους τις κόρνες και τις φωνές.

Κι εκεί που περπατούσαν πάντα βιαστικά οι περαστικοί άκουγες που και που κι ένα πτηνό να κελαηδάει, κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές. Έβλεπες και στο έδαφος αραιά και που να φυτρώνουν ταπεινά άνθη, όχι από αυτά που βρίσκεις στα ανθοπωλεία, από εκείνα τα απλά της φύσης που ήταν ικανά να μεθύσουν με το άρωμα τους μια γειτονιά.

Γειτονιά… Τι όμορφη λέξη… Την πρόλαβες; Γεμάτη παιδιά ιδρωμένα από το παιχνίδι και εκεί στην άκρη γονείς να συζητούν, να γελούν και να δείχνουν με νόημα τις πόρτες των σπιτιών την ώρα της επιστροφής, καμία φορά ίσως έδειχναν με νόημα και τις τεντωμένες παλάμες τους εάν το παιχνίδι έπαιρνε περίεργη τροπή… Κι εκεί λίγο πιο κάτω όλο και κάποια γιαγιά περίμενε τα εγγόνια της και ήταν γεμάτη η ποδιά της με σοκολάτες. Σοκολάτες που έβαζε κρυφά στις τσέπες των παιδιών κι εκείνα με τη σειρά τους της χάριζαν μια αγκαλιά και ένα φιλί.

Λίγο πιο πάνω ένας πλανόδιος μουσικός εντυνε με νότες το απόγευμα και οι περαστικοί έριχναν στο ανάποδο κασκέτο του λίγες δραχμές για να τον επιβραβεύσουν. Ζευγάρια ερωτευμένα περπατούσαν στο δρόμο και το έβλεπες στο βλέμμα τους αυτό το «νοιάζομαι» που κρύβεται κάτω από το σεντόνι της αγάπης.

Άσπρο ή μαύρο όμως σήμερα το τοπίο της γειτονιάς… Όπως και κάθε γειτονιάς που περπατάω εδώ και χρόνια. Δέντρα μέσα στη σκόνη, ανθάκια πατημένα, άνθρωποι βιαστικοί και ένα κινητό που επιμένει να με ενημερώνει για όλη την ασχήμια που κρύβεται πίσω από το άσπρο-μαύρο.

Γυναίκες δολοφονουνται στο όνομα μιας αγάπης, μιας ηθικής… Μιας φούσκας ανδρισμού που σκάει συνεχώς μέσα στις σταυρωμένες παλάμες της κοινωνίας μας.

Φωτιές μέσα στον καύσωνα απειλούν κτίρια, ζώα και ανθρώπους καταστρέφοντας και την τελευταία ρανίδα οξυγόνου. Κι εδώ είναι όλα μαύρα πια από τις στάχτες, χάνεται και το λευκό.

Άνθρωποι θύματα του ρατσισμού δακρύζουν και μιλάνε με δύναμη ψυχής για τα βασανιστήρια που δέχθηκαν από άλλους ανθρώπους. Βλέπεις στο βλέμμα τους τον πόνο να ξεχειλίζει.

Γιατί περπατάω σε τούτη την πολιτεία;

Με κούρασε ο δρόμος, δεν έχω προορισμό μα πιο πολύ με κούρασε αυτό το σκληρό άσπρο – μαυρο.

Στο τέλος της ανηφόρας δύο παιδιά ποτίζουν ένα δέντρο κι ένα τρίτο δίνει νερό σε έναν σκύλο.

Βλέπω γύρω τους χρώματα… Ναι είμαι σίγουρη βλέπω λίγο γαλάζιο από τον ουρανό, το κόκκινο της αγάπης και εκείνο το πράσινο της ελπίδας.

Ας δώσουμε τα πινέλα στα παιδιά να βάψουν ξανά το κόσμο από την αρχή γιατί εμείς χάσαμε στην πορεία την ουσία της ζωής.

Σχολιάστε